Θα μπορούσε νάταν κι έτσι.


ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ

Πήρε τα πόδια του και άρχισε να περπατάει χωρίς κανένα συγκεκριμένο μέρος. Απλά πήγαινε. Η σκέψη του μπερδεμένη δεν του άφηνε περιθώρια να βάλει σε μια τάξη όλα όσα τελευταία συνέβησαν. Το ατύχημα με τον εργάτη από δική του υπαιτιότητα, η απόλυση και στο καπάκι ο χωρισμός με την αγάπη του την Σούλα. Όλα τόνα πάνω στ’ άλλο. Ακόμη θυμάται τα λόγια του μεγαλύτερου αδερφού του “είσαι ανάξιος για κάτι μεγάλο, κάτι καλό. Μόνο για το χειρότερο”. Του ήρθε να τον χτυπήσει αλλά ποτέ του δεν είχε σηκώσει χέρι επάνω του, κι ας τον περνούσε ένα κεφάλι. Από τότε που σχωρέθηκε ο πατέρας τους τον έβαλε στην θέση του, και έτσι τον ένιωθε. Πατέρα!

Ευτυχώς που ο τραυματισμός ήταν ελαφρύς αλλά θα μπορούσε να ήταν και θανάσιμος. Ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε. Κι αυτή την δουλειά την βρήκε ο αδερφός του και τώρα… . Όπως και τότε που από βλακεία του έμεινε έξω από το πανεπιστήμιο. Έκλαψε τότε η μάνα του και πάλι ο αδερφός του τον είχε προγκάρει με την ίδια φράση “είσαι ανάξιος για κάτι μεγάλο”. Πόσο το μισούσε αυτό δεν λέγονταν. Απ’ την άλλη βέβαια αναγνώριζε στον εαυτό του μια έμφυτη δειλία. Του δόθηκε η ευκαιρία να φύγει στα καράβια. Δεν πήγε. Του δόθηκε η ευκαιρία να πάει στην Αμερική για καλή δουλειά. Πάλι δεν πήγε. Αυτή του η δειλία τον τρόμαζε τόσο πολύ που το αποτέλεσμα ήταν πάντα το αντίθετο της αξιοσύνης. Και νάσου τώρα πάλι μπροστά του η επιβράβευση. Τον έδιωξαν σαν επικίνδυνο.

Το βοριαδάκι που ερχόταν από τον Αξιό γέμιζε τα ρουθούνια του αρμύρα. Μοσχοβολούσε η παραλία. Κάθισε στο πεζούλι της προβλήτας μπροστά από το Μακεδονία Palace με κρεμασμένα τα πόδια στην θάλασσα. Το μάτι του έκανε ένα γύρω απ’ το άγαλμα του Αλέξανδρου μέχρι το Μέγαρο Μουσικής. Γλυκιά η σαγηνεύτρα λες και τον καλούσε “έλα κι εγώ θα σε κάνω τζόβανο. Να τρέχεις πάνω κάτω στην κουβέρτα να σε χτυπάω με την αρμύρα και όλοι να λένε –να το σωστό παλικάρι, ο ήρωας-”. Θάκανε και γερό κομπόδεμα και ύστερα, λέει, θα πήγαινε στον αδερφό του να του τα τρίψει στην μούρη και να του πει “Να ρε, αξίζω όσοι δέκα από σένα. Είμαι πολύ καλύτερος” Και θα φούσκωνε σαν παγώνι και φυσικά η Σούλα θα έπεφτε στα γόνατα να ζητάει συγνώμες και τέτοια. Ά ναι, και η μάνα του πόσο περήφανη θάταν Θεέ μου!

Φύσηξε η μπουρού από ένα καράβι που έφευγε βαθιά κατά την Παλιομάνα. Σήκωσε αυθόρμητα το χέρι και χαιρετούσε. Στο καλό… κι εγώ μια μέρα… . Το χάζευε μέχρι που χάθηκε στο Καράμπουρνου. Ήρθε ένας δίπλα του και έβγαλε μια πετονιά “Έχει καθόλου ψάρι;” τον ρώτησε. Ούτε που απάντησε. Σηκώθηκε και τράβηξε κατά το Μέγαρο. Ένα τσούρμο είχε μαζευτεί και φώναζε χειρονομούσε μπροστά στην θάλασσα. Ασυναίσθητα έτρεξε προς το μέρος τους.

Μέσα στην θάλασσα εκεί μπροστά ένα δεκαπεντάχρονο ξανθό παλικαράκι χτυπιόταν με το νερό σ’ έναν αγώνα ζωής και θανάτου. Τα μάτια του γουρλωμένα τους κοίταζε που τον φώναζαν να φτάσει στο τσιμέντο να τον πιάσουν για να σωθεί. Κανένας όμως δεν έπεφτε μέσα στο νερό και κείνο το κακόμοιρο ρουφούσε το αρμυρό και ήδη δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Βούλιαξε, βγήκε, ξαναβούλιαξε και δεν ξαναφάνηκε. Σταμάτησαν οι φωνές μπροστά στου θανάτου το κόντεμα και με αγωνία προσπαθούσαν να τρυπήσουν το νερό μήπως και τον δουν. Κάποιος φώναξε, πάει ο Κόκκινος, τώρα θάναι στον βυθό γαντζωμένος στα χόρτα.

Μήτε που κατάλαβε τι έγινε. Μια εικόνα με τον μικρό στον βυθό ξεσήκωσε μέσα του τυφώνες αδρεναλίνης . Και μήτε που το κατάλαβε. Απλά βούτηξε στην κρύα Δεκεμβριανή θάλασσα. Και το μακροβούτι τον έφερε ακριβώς πάνω στην εικόνα με τα παιδικά χέρια γαντζωμένα στα χόρτα. Τα ματάκια του ήταν μεγάλα ορθάνοιχτα γεμάτα αγωνία θανάτου. Τον κοίταξε που ήρθε κοντά του και άπλωσε τόνα το χέρι να τον πιάσει. Δεν τούκαμε όμως ο άλλος την χάρη. Τάξερε, τάχε ακούσει “για να τον σώσεις θα τον πιάσεις από πίσω μη και σε μαγκώσει και χαθείτε και οι δυό” Τον τράβηξε με δύναμη κάνοντάς του κεφαλοκλείδωμα. Έφτασαν στην επιφάνεια κάτω από τις φωνές και τις ζητωκραυγές του πλήθους που εν τω μεταξύ είχε γίνει μεγάλο. Με το αριστερό του χέρι που ήταν ελεύθερο έδωσε μια απλωτή τινάζοντας ταυτόχρονα τα πόδια. Έφτασαν στα χέρια του κόσμου κι από κει στην αγωνία των τραυματιοφορέων για την επαναφορά.

Τον φιλούσαν, τον ακουμπούσαν, τον θαύμαζαν. Κι αυτός χαμένος σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση ντρέπονταν που έγινε ο πρωταγωνιστής. Ντρέπονταν που η φωτογραφία του φιγουράριζε την επομένη στις εφημερίδες με λεζάντα “εικοσιπεντάχρονος ήρωας σώζει δεκαπεντάχρονο από βέβαιο πνιγμό” Ντρέπονταν που οι φίλοι του τον χτυπούσαν στην πλάτη με υπερηφάνεια, ντρεπόταν που ο αδερφός του τον αγκάλιασε ζητώντας του συγνώμη. Οργίστηκε που η Σούλα γύρισε πίσω γι αυτό τον λόγο. Και μόνο στην αγκαλιά της μάνας του ξέσπασε σε γοερά κλάματα. “Όχι μάνα δεν είναι κάτι για να υπερηφανεύομαι. Ήταν το αυτονόητο, το καθήκον απέναντι στον συνάνθρωπο απέναντι στον Θεό. Και ντρέπομαι που δεν πήδηξε κανείς παρά μόνο βλέπαμε το χλεμπονιάρικο κατακακόμοιρο που τόσπρωξαν δυό συνομήλικοι του για ένα σουγιά να αγωνιά για την ζωή του και ύστερα να παραδίνεται.”

Λίγες μέρες αργότερα η Χριστιανοσύνη γιόρταζε την γέννηση του Θεού της αγάπης. Κι αυτός την είχε βρεί μέσα από την κορυφαία πράξη του ανθρώπου. Τον αλτρουισμό

ΥΓ.Το περιστατικό συνέβη πριν πάρα πολλά χρόνια χωρίς όμως το παιδί να σωθεί από τον πνιγμό. Ας είναι μια καλή εκδοχή. Παιδιά συνομήλικοι τότε, κλάψαμε πολύ για τον Χρήστο τον Κόκκινο.

ΥΓ2. Αφορμή για το άρθρο ήταν του αδερφού που κάηκε με τα αδερφάκια του στη Μεσορόπη πάνω σε μια κορυφαία πράξη αλτρουισμού και απόλυτης αγάπης.

ΥΓ3. Ελαφρύ το χώμα που σκέπασε τα κορμάκια τους.

Follow Αιεν Αριστεύειν στο Twitter: https://twitter.com/aienaristeuein

Advertisements