Η μελαγχολία των Χριστουγέννων.


ΙΩΑΝΝΗΣ Κ.Δ.

Ήταν σούρουπο.Εκει που το τελευταίο φώς της μέρας φλερτάρει με το σκοτάδι και τελικά υποκύπτει και χάνεται μέσα του.Έκανε αρκετό κρύο και αυτό απο μόνο του δικαιολογούσε τους σηκωμένους γιακάδες και το γοργό περπάτημα στο δρόμο.Οχι όμως τόσο γοργό ώστε το βλέμμα να μην πέφτει στην ανθρώπινη φιγούρα που ήταν ξαπλωμένη στο τσιμέντο σκεπασμένη με μια βρώμικη κουβέρτα.Για το δεύτερο ευθύνεται η συνήθεια.Όταν πια έχεις συνηθίσει να βλέπεις ανρώπινες φιγούρες πεταμένες στο δρόμο μέσα σε βρώμικες κουβέρτες,εύκολα προσπερνάς μια απο αυτές.

Ενα άλλο που προσπερνάς είναι τα μελαγχολικά χριστουγεννιάτικα φωτάκια που έχουν κατακλύσει την πόλη.Αναβοσβήνουν σε διάφορετικούς ρυθμούς και χρώματα.Οσο πιο πολύ σουρουπώνει τόοο πιο μελαγχολικό γίνεται το παιχνίδι τους.Το φως απο τα φωτάκια απο διπλανό μαγαζί έπεφτε πάνω στη βρώμικη κουβέρτα,και της έδινε μια Χριστουγεννιάτικη νότα.Αναβόσβηναν με ενα σταθερό ρυθμο.Τουλάχιστον χρησίμευαν και σε κάτι άλλο πέρα απο διακοσμητικόυς σκοπούς.Έδιναν λίγο φως στη σκοτεινή γωνιά του δρόμου.Όποιος είχε καπαρώσει εκείνη την γωνιά ήταν τυχερός.Θα έιχε βραδυνό φως,σαν ενα μικρο νυχτερινό λαμπάκι απο αυτά που ανάβουν για να μην φοβούνται τα παιδιά,για οσο διαρκούσαν οι γιορτές των Χριστουγέννων.

Αυτές τις σκέψεις έκανε καθώς περπατούσε μέσα στα στενά της πόλης.Σκεφτόνταν και συνέκρινε άλλα Χριστούγεννα που είχε ζήσει σε προηγούμενες εποχές.Παιδικά Χριστούγεννα,εφηβικά,στη πόλη στο χωριό.Προσπαθούσε να μην καταβληθεί απο το θέαμα.Μια ριπή παγωμένου αέρα τον τσίτωσε .Τον έβγαλε απο τις σκέψεις του και τον επανέφερε στην πραγματικότητα.Σε ποιά όμως πραγματικότητα; Δεν του άρεσε αυτή η νεα »πραγματικότητα».Έτσι ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις του.

Χριστούγεννα λοιπόν.Μέσα σε μια φτωχή και παγωμένη πρωτεύουσα.Με καινούρια ηθη και έθιμα.Με άστεγους και στεγαζόμενους,φτωχους και ακόμα πλούσιους,καλούς και κακούς,χωρτάτους και πεινασμένους,ειλικρινείς και ψεύτες.

Ούτως ή άλλως τα Χριστούγεννα δεν είναι για όλους;

Ιωαννης Κ.Δ.

Advertisements